Αναμνήσεις αθλητικών στιγμών από την δεκαετία του 1980

Αναμνήσεις αθλητικών στιγμών από την δεκαετία του 1980
Είμαι αρκετά παλιός ώστε να θυμάμαι τηλεοπτικά το τελευταίο ίσως παιχνίδι του Κούδα, και τον παππού μου δίπλα, να σχολιάζει: «Εεεεεεε! (βραχνό «ε») Κοίταξέ τον, δεν μπορεί να τρέξει, είναι για λύπηση πια.» Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο, παρά μόνο αυτό το σχόλιο και ένα ασπρόμαυρο στιγμιότυπο στο μυαλό μου σαν .gif: Μια προσπάθεια ανάπτυξης από το κέντρο, ή αντεπίθεση, και πάντως τον Κούδα εμφανώς πιο αργό από τους υπόλοιπους, να μένει ελαφρώς πίσω στο τηλεοπτικό πλάνο και να προσπαθεί να προωθήσει το παιχνίδι. Θυμάμαι αυτό το χαρακτηριστικό σουλούπι του και την ζυγισμένη κίνηση του σώματός του να βγάλει την πάσα, χωρίς αίσια κατάληξη νομίζω, και βέβαια την λευκή φανέλα που φορούσε. Θυμάμαι ότι ήταν ένα «τελευταίο παιχνίδι», τουλάχιστον έτσι είχε καταχωρηθεί εκ τότε στην μνήμη μου. Τελευταίο στην Εθνική, ή στον ΠΑΟΚ; Αν είναι το πρώτο μιλάμε για το 1982 –όπως βλέπω στην Wikipedia, αν είναι το δεύτερο, τότε το 1984. Λογικά η τηλεόραση θα μετέδιδε ματς της Εθνικής Ελλάδος. Άρα αυτή ίσως είναι η παλαιότερη καταγεγραμμένη στο μυαλό μου αθλητική ανάμνηση.

Ίσως όμως και να ήταν το επεισοδιακό ματς ΑΕΚ-Κολονία 3:3, τον Σεπτέμβριο του 1982. Η Κολονία ήταν γερμανική ομάδα, αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν το πολύ-πίστευα, γιατί το όνομά της μού ακουγόταν μια χαρά ελληνικό, σαν την Πλατεία Ομονοίας ίσως. Οπότε «δικοί μας» ήταν και αυτοί. Θυμάμαι να το παρακολουθώ στην ασπρόμαυρη τηλεόραση (φυσικά), με την ανοχή των γονέων μου, παρουσία και ενός γείτονα –φύλακα σκαφών από την μάντρα δίπλα, ο οποίος δεν είχε τηλεόραση και όταν είχε ματς το βράδυ στρωνόταν κάθε φορά να το δει, κάτι που δεν άρεσε καθόλου στην γιαγιά και στην μαμά μου. Το ματς κάποια στιγμή διακόπηκε λόγω διακοπής ρεύματος στην ευρύτερη περιοχή της Νέας Φιλαδέλφειας, όπως διαβάζω σήμερα. Στο μυαλό μου τα πράγματα ήταν κάπως συγκεχυμένα, θυμάμαι σίγουρα ότι υπήρχε μια διακοπή ρεύματος λίγο πριν την λήξη, και τους γονείς μου να εκμεταλλεύονται την ευκαιρία για να με βάλουν για ύπνο, αλλά πίστευα ότι μάλλον είχαμε εμείς την διακοπή ρεύματος και ότι θα μάθαινα την άλλη μέρα πόσο έληξε τελικά. Για την ιστορία το ματς διακόπηκε οριστικά και ακυρώθηκε. Επαναλήφθηκε αργότερα και η ΑΕΚ έχασε 0-1.
Η επόμενη ανάμνηση είναι το δραματικό μπαράζ Πανιώνιος-Μακεδονικός τον Ιούλιο του 1983. Νομίζω ήταν Σάββατο, και δεν θα έχανα ποτέ τέτοια σπάνια ευκαιρία να παρακολουθήσω ολόκληρο αγώνα και μάλιστα τόσο σημαντικό, χωρίς ενοχλήσεις για να διαβάσω ή να κοιμηθώ. Ήταν ματς με διακύβευμα την παραμονή στην Α΄Εθνική, ή τον υποβιβασμό στην Β΄. Στο παιδικό μου μυαλό ο υποβιβασμός ήταν το απόλυτο χτύπημα της μοίρας, και όσοι έπαιζαν στην Β΄ Εθνική ήταν περίπου για να τους λυπάσαι. (Και πού να ήξερα…) Ήμουν με τον Μακεδονικό γιατί είχε ωραία εμφάνιση, άσπρη φανέλα, πράσινο σορτς και γουστόζικο όνομα. Νίκησε βέβαια ο Πανιώνιος και ο άνθρωπος που ουσιαστικά τον έσωσε ήταν ο Δημήτρης Σαραβάκος. Αργότερα πήγε στον Παναθηναϊκό και ήταν κάτι που μού προκαλούσε απορία και ενόχληση: «Μα γιατί έφυγε όμως!;» Θυμάμαι όταν πολύ αργότερα το ίνδαλμά μου, ο Ούγγρος Μάρτον Εστερχάζι πήγε από την ΑΕΚ στον Παναθηναϊκό, ήταν επίσης κάτι που δεν μπορούσα να πιστέψω. Θεωρούσα ότι ήταν κάποια συνωνυμία. «Άλλος είναι αυτός». Μα είναι δυνατόν να φύγει από την ΑΕΚ ο Εστερχάζι; Μας δουλεύουν; «Τι ενοχλητική συνωμοσία!», σκεφτόμουν. Θα έπρεπε βέβαια κάτι να είχα υποψιαστεί όταν έφευγαν ο ένας μετά τον άλλο, Αποστολάκης, Βαμβακούλας, Σαργκάνης από τον Ολυμπιακό, Δημόπουλος από τον ΠΑΟΚ, και πήγαιναν όλοι στον Παναθηναϊκό. Από τον Παναθηναϊκό δεν έφυγε ποτέ κανένας παίκτης, τουλάχιστον χωρίς να το θέλει η ομάδα. Μόνο έπαιρνε από τους άλλους. Μιλάμε για μια ομάδα πανίσχυρη.
Η επόμενη χρονιά το 1984, ήταν η χρονιά που άρχισα να παρακολουθώ πιο συστηματικά το ελληνικό ποδόσφαιρο. Αποφασιστικό ρόλο έπαιξαν τα χαρτάκια και το άλμπουμ της Panini για το ελληνικό πρωτάθλημα.

Ο ΠΑΟΚ θυμάμαι ήταν μια ομάδα θεαματική και πολύ δύσκολη για οποιονδήποτε αντίπαλο και απορούσα πώς δεν κατάφερε να πάρει το πρωτάθλημα εκείνης της περιόδου. Μάλιστα την επόμενη χρονιά που το κατέκτησε θεωρούσα ότι ήταν κάπως κατώτερη. Μού έκανε εντύπωση αυτή η αντινομία, περιέργως είναι κάτι που μού έμεινε μέχρι σήμερα, κάτι σαν μια μικρή «ακαταστασία» μέσα στο μυαλό μου. Την ίδια χρονιά ο Πανιώνιος ξαναέπαιξε μπαράζ, αυτή την φορά με τον ΠΑΣ Γιάννενα, και ξανακέρδισε. Το ματς δεν το θυμάμαι καθόλου, αλλά θυμάμαι ότι ο Πανιώνιος καταχωρήθηκε στο μυαλό μου ως η ομάδα που θα παίζει μπαράζ και θα την γλιτώνει στο τέλος (ώστε να μπορέσει να ξαναπαίξει μπαράζ). Άρχισε να μου γίνεται συμπαθής από αυτό το συνεπές ραντεβού που μού έδινε ένα Σάββατο τον χρόνο στην ασπρόμαυρη τηλεόρασή μας.
Το 1984 είχαμε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες και το μποϋκοτάζ της ΕΣΣΔ και των συμμάχων της. (Ναι, έχω προλάβει μέχρι και τον Ψυχρό πόλεμο…) Μια διοργάνωση που στο μυαλό μου καταχωρήθηκε και αυτή ως κάτι που έχει σχέση μόνο με το Λος Άντζελες και την Αμερική –κάτι ίσως όχι εντελώς άστοχο τώρα που το σκέφτομαι. Αντίστοιχα, μετά το 1986, είχα την τάση να πιστεύω ότι αν δεν γίνεται το Μουντιάλ στο Μεξικό, δεν αξίζει τον κόπο γενικά, είναι λίγο fake. Επηρεασμένος λοιπόν από τα αγωνίσματα του στίβου που έβλεπα στην ασπρόμαυρη ακόμα τηλεόραση, είχα την πολύ έξυπνη ιδέα να βάλω μια πολύ χαϊδεμένη γάτα που είχα να αγωνιστεί και εκείνη όσο μπορούσε σε αθλήματα που διοργάνωνα εγώ στον κήπο μας. Πρώτα απ’ όλα, δρόμος ταχύτητας. Την έκανα να τρέχει από ένα σημείο του κήπου σε ένα άλλο. Μετά δρόμος ταχύτητας με εμπόδια κάποια ξυλαράκια που είχα τοποθετήσει σε ένα διάδρομο και τα οποία έπρεπε να υπερπηδήσει καθώς έτρεχε. Διασκέδαζα πάρα πολύ εκείνη την ημέρα και πίστευα ότι το ίδιο και η γάτα, μέχρι που κάποια στιγμή το ζώο από το βασανιστήριο κατέρρευσε. Λιποθύμησε, αλλά ανέπνεε ακόμα. Σοκαρίστηκα και φώναξα την μαμά μου να μας σώσει, την γάτα από τον θάνατο και εμένα από τις τύψεις. Ευτυχώς τελικά περίπου μια ώρα μετά η γάτα συνήλθε. Όμως το αποτύπωμα από το συναίσθημα της ενοχής παρέμεινε αναλλοίωτο και ζωντανό στην μνήμη μου.
Το 1984 ήταν πλούσια χρονιά από αθλητικές αναμνήσεις-στιγμιότυπα. Θυμάμαι τον ασπρόμαυρο αγώνα μπάσκετ Ελλάς-Μ. Βρετανία. Η Ελλάδα είχε αρχίσει σιγά-σιγά να είναι υπολογίσιμη δύναμη διεθνώς. Ήταν ένα συγκλονιστικό ματς που τελικά χάσαμε (104:106 όπως διαβάζω στο ίντερνετ) και η εντύπωση που μού δημιουργήθηκε ήταν ότι ήμασταν μεν καλή ομάδα, αλλά όχι τόσο καλή όσο πιστεύαμε, ο εκφωνητής και εγώ. Πάντως γενικά υπήρχε μια θετική εικόνα για αυτή την ομάδα. Στο σημείο αυτό θα κάνω ένα μικρό χρονολογικό άλμα στο 1986, (για κάποιο λόγο το 1985 είναι κενό, εκτός από το πρωτάθλημα του ΠΑΟΚ που ανέφερα προηγουμένως, και βέβαια την τραγωδία στο Χέιζελ, που δεν θέλω να θυμάμαι.) Το 1986 είναι μια πολύ πυκνή σε αναμνήσεις χρόνια, αθλητικές και άλλες. Τότε είχαμε το ατύχημα στον πυρηνικό αντιδραστήρα του Τσερνομπίλ που άλλαξε δραστικά την καθημερινότητά μας, και βέβαια το Μουντιάλ του Μεξικού από το οποίο θυμάμαι πάρα πολλά πράγματα, σίγουρα πολύ περισσότερα από το πρόσφατο Μουντιάλ του 2018. Για να μην «ξεφύγουμε» γενικώς, θα μείνω στο θέμα του μπάσκετ που ξεκίνησα προηγουμένως.

Αν το 1984 υπήρχε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα ότι είμαστε μια υποσχόμενη ομάδα για το μέλλον, το 1986 στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Ισπανίας ήμασταν ήδη η δυνατή ομάδα που θέλαμε, ικανή για νίκες και βέβαια με έναν σούπερ παίκτη, που βγήκε και πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης, τον μεγάλο Νίκο Γκάλη. Από αυτή την διοργάνωση δεν θυμάμαι την Εθνική να παίζει σαν εικόνα, θυμάμαι όμως τον εαυτό μου ανέμελο στην αρχή των καλοκαιρινών διακοπών να παρακολουθεί στην πολυθρόνα του σαλονιού την διοργάνωση και να παραξενεύεται λίγο με το Πουέρτο Ρίκο, την χώρα που το όνομά της θύμιζε λίγο το Πόρτο Χέλι και το Πόρτο Ράφτη, αλλά παραδόξως ήταν σκληρό καρύδι. Ένιωσα απογοήτευση στο τέλος που δεν προχωρήσαμε πάρα πολύ ψηλά, αλλά και ένα θετικό συναίσθημα ότι είμαστε στους καλύτερους του κόσμου. Θα πω ψέματα φυσικά αν έλεγα ότι περίμενα τον θρίαμβο της επόμενης χρονιάς, την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού της Αθήνας το 1987, αλλά η εξέλιξη αυτή δεν ήρθε εντελώς απρόσμενα. Υπήρχε μια συνεπής ανοδική πορεία του αθλήματος όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Μέσα σε εκείνη ακριβώς την περίοδο δημιουργήθηκε και το φαινόμενο του Άρη στο ελληνικό πρωτάθλημα. Ο Άρης του μπάσκετ του ’80 είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση ομάδας που είναι τόσο μπροστά από τους άλλους που δεν έχει αντίπαλο. Που για τον ουδέτερο, είναι βαρετό πλέον το πρωτάθλημα έτσι. Τα γράφω αυτά και δεν τα πιστεύω ούτε ο ίδιος, αλλά είναι αλήθεια! Θυμάμαι πάρα πολύ χαρακτηριστικά να παρακολουθώ ένα ματς Άρης-Παναθηναϊκός στην τηλεόραση και δεν είμαι βέβαιος γιατί κάθισα να το δω, μιας και το αποτέλεσμα ήταν περίπου προδιαγεγραμμένο. Και όμως νίκησε ο Παναθηναϊκός σε αυτό το ματς, και ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα την ομάδα του Άρη να χάνει. Είχα χαρεί υπερβολικά θυμάμαι, και θεωρούσα ότι ήταν ένα από τα πιο απίστευτα πράγματα που είχα δει ποτέ. Προφανώς σας περιγράφω μια παιδική αντίδραση, αλλά έχει την αξία της ίσως, γιατί τότε στο μυαλό ενός τουλάχιστον παιδιού ο Άρης ήταν μια «άχαστη» ομάδα, ήταν αυτό που λέμε «κατεστημένο», ή «δυναστεία». Αυτό αποτυπώνει στην υπερβολή του μια πραγματικότητα: Ότι για κάποια χρόνια ο Άρης ήταν πράγματι μια άχαστη ομάδα, κατεστημένο και δυναστεία. Και είχα χαρεί ο έρμος με την νίκη του Παναθηναϊκού… Πού να ‘ξερα ότι πανηγύριζα για την νίκη μιας ομάδας που ήταν τρεις φορές πιο «κατεστημένο» από τον Άρη. Δεν ξέρω αν σας είπα ότι η λέξη «κατεστημένο» ήταν πολύ της μόδας στα ‘80s.
Μια τελευταία κουβέντα για τον Άρη: Υπάρχει και μια μεγάλη διαφορά του παρελθόντος με το σήμερα. Ο Άρης μπορεί να ήταν ίσως από βαρετός έως αντιπαθής για τον ουδέτερο φίλαθλο, αλλά δεν ήταν μισητός. Γενικά θα έλεγα δεν υπήρχε οπαδικό μίσος, αλλά οπαδική κόντρα. Κάνοντας ένα ακόμα χρονολογικό άλμα, όταν ο Άρης έπαιξε στο Final 4 της Γάνδης το 1988, θυμάμαι σαν χτες, στον κρίσιμο ημιτελικό ήταν περασμένη πια η ώρα και οι γονείς μου νόμιζαν ότι κοιμόμουν φυσικά. Αλλά εγώ ήμουν ξύπνιος κάτω από την κουβέρτα με ένα walkman-ραδιόφωνο, με την ένταση τόσο σιγά, που μόνο τα δελφίνια με τους υπέρηχους μπορούν να ακούσουν, και άκουγα με ένα συναίσθημα παρανομίας και ενθουσιασμού μαζί την περιγραφή του αγώνα. Κάποια στιγμή κοιμήθηκα, και ευχήθηκα όταν ξυπνήσω να μάθω ότι ο Άρης προκρίθηκε. Στο σχολείο την επόμενη μέρα έμαθα ότι είχε αποκλειστεί και δεν μιλιόμουν.
Θα μπορούσα να γράψω πολλές ακόμη σελίδες για αθλητικές αναμνήσεις από την δεκαετία του ’80, για την Ρεάλ και το ίνδαλμά μου τον Εμίλιο Μπουτραγκένιο, την Λίβερπουλ με τον τερματοφύλακα-κωμικό τον Γκρόμπελαρ, και τον επιθετικό της τον Ίαν Ρας που όταν σκόραρε η ομάδα του δεν έχανε ποτέ, ή για τον αγαπημένο μου παίκτη στο Μουντιάλ του Μεξικού, τον Γκάρι Λίνεκερ. Θα είχα να θυμηθώ πολλά ακόμα για τον Γ. Διακογιάννη και τις αθλητικές μεταδόσεις από το Αγγλικό ποδόσφαιρο κάθε Σάββατο, την Αθλητική Κυριακή με τον Γιάννη Αργυρίου και το πώς παρακαλούσα να μην φτάσει η ώρα της Γ’ Εθνικής γιατί αυτό σήμαινε ότι είχε περάσει η ώρα και έπρεπε να κοιμηθώ για το σχολείο την Δευτέρα, τις ατελείωτες συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης για το φαινόμενο της βίας στα γήπεδα με τον Στράτο Σεφτελή και τον Παύλο Γερακάρη, για τις αναμνήσεις από τα ποδοσφαιράκια στον Commodore 64, τα χαρτάκια Panini, ή τις αναμνήσεις από τους συμμαθητές μου σε σχέση με αθλητικά γεγονότα… Μοιραία μια τέτοια εξιστόρηση είναι αποσπασματική, μένει ημιτελής και σταματάει απότομα. Ίσως στο μέλλον να επανέλθω.

Κώστας, Rheinmetall

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *