Tuesday, March 5, 2024
Modern Reviews

Resident Evil Village Review : Πλούσιο όσο τα ελέη της Lady D

 

Tέσσερα χρόνια μετά από την κυκλοφορία του re7, του τίτλου που σηματοδότησε την δυναμική επιστροφή του franchise από το λήθαργο, το re8 ή Village όπως το αναφέρει η Capcom είναι εδώ για να μας οδηγήσει στη συνέχεια της περιπέτειας του Ethan Winters. Πάμε λοιπόν να δούμε πώς τα πήγε αυτό το νέο κεφάλαιο της σειράς.

Σενάριο- Ιστορία

 

Παρότι δεν θα αναφέρω εννοείται spoilers για το πώς εξελίσσεται η υπόθεση, όποιος θεωρεί ότι και η παραμικρή αναφορά σε ένα όνομα πχ ή σε ένα χαρακτήρα είναι spoiler καλύτερα να προσπεράσει αυτό το κομμάτι.

Το Village έχει την καλύτερη ιστορία και τους καλύτερους χαρακτήρες που θα βρείτε ποτέ σε ένα re παιχνίδι. Τρία χρόνια μετά από τα γεγονότα του re7 ο Ethan μαζί με την γυναίκα του Mia και την κόρη τους Rose ζουν σε ένα σπίτι στην ανατολική Ευρώπη υπό την προστασία της BSAA (οργάνωση εναντίον τρομοκρατικών οργανώσεων που χρησιμοποιούν bioweapons). Ξαφνικά ένα βράδυ εμφανίζεται στο σπίτι τους ο Chris Redfield, σκοτώνει την Mia και παίρνει μαζί του την Rose. Έτσι λοιπόν ξεκινάει η περιπέτεια του Ethan, ο οποίος στην προσπάθειά του να βρει την κόρη του και να την πάρει πίσω θα βρεθεί στο χωριό και θα αντιμετωπίσει όλους τους κινδύνους που κρύβονται εκεί.

Το παιχνίδι δένει αρμονικά όσα συνέβησαν στο προηγούμενο με το τωρινό και μάλιστα εξηγεί πολλά πράγματα που μπορεί να σας είχαν μείνει ως απορίες από το προηγούμενο παιχνίδι.

Όπως πάντα για περισσότερες πληροφορίες καλό θα είναι να διαβάζετε όλα τα αρχεία που υπάρχουν στο παιχνίδι καθώς και αυτά που εμφανίζονται στο κεντρικό μενού μετά τον τερματισμό. Αριστοτεχνικά επίσης γίνονται νύξεις και συνδέσεις με το γενικότερο παρελθόν της σειράς

Οι χαρακτήρες όπως είπα είναι από τους καλύτερους που θα δείτε ποτέ σε re παιχνίδι. Ο πρωταγωνιστής Ethan που χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως αδιάφορος στο προηγούμενο παιχνίδι θα σας συγκινήσει σίγουρα πολύ περισσότερο αυτή τη φορά και θα δεθείτε περισσότερο μαζι του. Οι κακοί επίσης ξεφεύγουν από τα συνήθη πρότυπα του τρελού επιστήμονα που έχουμε συνηθίσει στη σειρά. Η Mother Miranda έκανε ότι έκανε όχι για να δημιουργήσει το απόλυτο bioweapon ούτε για να κατακτήσει τον κόσμο. Η αγαπημένη του κόσμου Lady Dimitrescu καταφέρνει να είναι όντως επιβλητική και καθόλου cringe (πολλά συγχαρητήρια στην ηθοποιό που την έκανε). Από κοντά υπάρχουν οι τρεις θυγατέρες που είμαι σίγουρος θα νοιώσετε κάτι την ώρα που θα της σκοτώνετε. Η Donna Beneviento με την κούκλα της Angie είναι εξαιρετικοί σκοτεινοί και μυστηριώδεις χαρακτήρες. Ο Salvatore Moreau μια αποκρουστική ύπαρξη με όλα τα χαρακτηριστικά ενός περιθωριοποιημένου τύπου. Και τέλος ο Karl Heisenberg ο οποίος σαν άλλος Dr. Frankenstein έχει δημιουργήσει το δικό του στρατό από τέρατα για τους δικούς του σκοπούς. Πολύ καλή και η παρουσία του Chris σε αυτό το παιχνίδι, χωρίς να δίνει μπουνιές σε βράχους αυτή τη φορά.

Γραφικά- Ήχος

Τα γραφικά του παιχνιδιού είναι ότι καλύτερο μπορείτε να δείτε σε κονσόλα αυτή τη στιγμή. Είναι πραγματικά εντυπωσιακά και τα τοπία αλλά και οι φωτισμοί. Το ray tracing κάνει θαύματα πραγματικά. Όταν μπείτε μέσα στο κάστρο Dimitrescu όλα τα αντικείμενα και τα έπιπλα είναι τόσο ζωντανά που νομίζεις ότι μπορείς να τα αγγίξεις. Η Capcom έκανε πραγματικά καταπληκτική δουλειά σε αυτόν τον τομέα. Στο Xbox series X που έπαιξα εγώ το παιχνίδι τρέχει με ray tracing 4Κ 60 fps απλά κάποιες φορές πέφτει λίγο στα 45-50 fps, πράγμα το οποίο δεν κατάλαβα καν. Χωρίς ray tracing τρέχει 4Κ στα 60 fps σταθερά. Δεν συνάντησα το παραμικρό bug και το παραμικρό glitch σε κανένα σημείο. Πολύ καλά επίσης τρέχει το παιχνίδι και στις παλιές κονσόλες. Χωρίς bugs και glitches η εμπειρία είναι ίδια με αυτή του re7 οπτικά.

Ο ήχος επίσης του παιχνιδιού και τα εφέ είναι πολύ καλά. Σε αντίθεση με τα πρόσφατα re εδώ υπάρχει μουσική σε περισσότερα κομμάτια του παιχνιδιού πάντα ταιριαστή με το ύφος βέβαια. Πολύ καλό είναι και το voice acting των ηθοποιών. Υπάρχει πάντα το b-movie στοιχείο, πράγμα που αποτελεί μέρος της ταυτότητας του παιχνιδιού, αλλά έχω την εντύπωση ότι σε κάποια σημεία ήταν λίγο πιο σοβαρό από όσο μας έχει συνηθίσει η σειρά.

 

Gameplay

Το gameplay του παιχνιδιού είναι μια μίξη μεταξύ του re7 και του re4. Βασικά έχει δανειστεί δύο στοιχεία από το re4. Το inventory system που είναι το ίδιο ακριβώς με την απουσία των μπαούλων και την παρουσία του merchant που λέγεται The Duke αυτή τη φορά. Το παιχνίδι είναι πρώτου προσώπου όπως και το 7. Κάθε περιοχή στο παιχνίδι έχει την δική της ταυτότητα. Το κάστρο Dimitrescu πχ είναι η κλασσική περιοχή τύπου re1 και re2 με τα πολλά δωμάτια, τα κλειδιά και τα παζλ. Στο σπίτι της Donna Beneviento το στυλ αλλάζει  σε πολύ πιο τρομακτικά μονοπάτια (από τα πιο τρομακτικά της σειράς) και θυμίζει έντονα η ατμόσφαιρα silent hill. Η περιοχή του Moreau είναι κάπως πιο ανοιχτή και το στυλ είναι πιο κοντά στο re4. Το εργοστάσιο του Heisenberg είναι επίσης μια κλειστοφοβική περιοχή με πολλούς διαδρόμους και δωμάτια. Όλες αυτές οι περιοχές συνδέονται εξαιρετικά με το χωριό που είναι κάτι σαν το κεντρικό hub του παιχνιδιού. Είναι μια κάπως πιο ανοικτή περιοχή αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχει σχέση με στοιχεία open world.

Γενικά το level design του παιχνιδιού είναι εξαιρετικό.

Το παιχνίδι γίνεται καθαρά action μόνο στο 20άλεπτο που παίζεις με τον Chris. Αλλά από τις 12 ώρες που κρατάει όπως καταλαβαίνετε τα 20 λεπτά δεν είναι ικανά να το χαρακτηρίσουν ως ένα action παιχνίδι τύπου re5. Γενικά το pacing και η ισορροπία ανάμεσα σε survival horror και action είναι πάρα πολύ καλή στο παιχνίδι.

Το Village βελτιώνει το μοναδικό μειονέκτημα που είχε το re7 που ήταν η έλλειψη ποικιλίας στους εχθρούς. Εδώ θα βρείτε μια εξαιρετική ποικιλία εχθρών από lycans και ghouls έως εχθρούς με τρυπάνια αντί για χέρια. Τα boss fights επίσης είναι από τα καλύτερα της σειράς και η Lady D είναι το αγαπημένο μου. Επειδή γίνονται πολλές συγκρίσεις με το re4, προσωπικά θεωρώ το Village καλύτερο. Και οι εχθροί του είναι πολύ πιο τρομακτικοί από κάτι χωρικούς που μιλάνε ισπανικά, cringe χαρακτήρες τύπου Ramon Salazar δεν υπάρχουν όπως δεν υπάρχουν ευτυχώς και τύποι με πούρο και minigun.

Υπάρχει επίσης η προσθήκη στο gameplay όπου μπορείς μέσα από το inventory να κάνεις crafting διαφόρων αντικειμένων από τα υλικά που βρίσκεις. Και φυσικά στον merchant μπορείς να αγοράσεις υλικά, νέα όπλα, να αναβαθμίσεις αυτά που έχεις ήδη καθώς και να σου μαγειρέψει διάφορες συνταγές από τα ζώα που μπορείς να σκοτώσεις και να του πας. Τρώγοντας αυτά τα πιάτα αποκτάς μόνιμες ιδιότητες όπως αύξηση της υγείας, μπορείς να δέχεσαι μικρότερο damage όταν κάνεις guard κλπ.

Για να μπορέσεις βέβαια να κάνεις όλες αυτές τις αναβαθμίσεις πρέπει να παίξεις το παιχνίδι παραπάνω από μία φορά. Μπορείς επίσης να ανακαλύψεις διάφορους θησαυρούς και να τους πουλήσεις στον Duke για να πάρεις χρήματα (Lei).

Οι γρίφοι και τα παζλ που υπάρχουν στο παιχνίδι είναι σίγουρα περισσότερα από αυτά που υπήρχαν στο 7. Η δυσκολία τους ήταν μέτρια προς το εύκολο μπορώ να πω.

Μετά το τέλος του παιχνιδιού υπάρχει ένα shop όπου μαζεύοντας πόντους ολοκληρώνοντας διάφορα challenges μπορείτε να αγοράσετε νέα όπλα, άπειρα πυρομαχικά για όπλα που έχετε αναβαθμίσει στο φουλ κλπ. Λειτουργεί όπως ακριβώς στο re3 remake μόνο που εδώ τα challenges είναι τουλάχιστον τα τριπλάσια. Όλα αυτά μεγαλώνουν το replayability του παιχνιδιού κατά πολύ.

Τα μοναδικά παράπονα που είχα από το παιχνίδι ήταν δύο. Πρώτον το boss με τον Heisenberg ήταν λίγο ότι να ναι και το over the top σκηνικό δεν κολλούσε καθόλου με το υπόλοιπο ύφος του παιχνιδιού. Και δεύτερον πιστεύω πως έπρεπε να δοθεί ο διπλάσιος χρόνος στην Donna και την Angie από αυτόν που δόθηκε στο παιχνίδι.

Σε γενικές γραμμές πρόκειται για ένα εξαιρετικό re και άνετα μπαίνει στην κατηγορία με τα καλύτερα re όλων των εποχών. Όπου εκεί είναι θέμα γούστου ποιος θεωρεί ποιο καλύτερο. Ο βαθμός μου είναι 9,5/10.

Θετικά

-Σενάριο και χαρακτήρες από τους κορυφαίους στη σειρά.

-Οπτικοακουστικός τομέας εξαιρετικός και αψεγάδιαστος.

-Πολύ πλούσιο περιεχόμενο και μεγάλο replayability.

Αρνητικά

-Το πράγμα ξέφυγε λίγο στο boss του Heisenberg.

-Θα ήθελα να δω περισσότερο την Donna Beneviento με την Angie.

 

Κείμενο: Στράτος Κοντεκάκης