Sunday, April 14, 2024
Modern Reviews

Return to Monkey Island – Review by Raphael Mpatsis and others

Μια φορά πειρατής, για πάντα πειρατής!

 

Γιατί τόσος ντόρος για το Monkey Island;

Τελικά ποιο είναι του μυστικό του Monkey Island; Πλούτη; Αγαθά; Δόξα; Περιπέτεια; Μαγικά t-shirts που δεν ιδρώνουν; Ή μήπως ένα απλό τσαμπί μπανάνες; Δε θα σας δώσω φυσικά την απάντηση. Θα μείνω όμως απλά στο γεγονός πως για να καταφέρνει μια σειρά παιχνιδιών, ύστερα από 30 ολόκληρα χρόνια να μαγεύει νέο κοινό, σίγουρα υπάρχει κάτι ξεχωριστό σε αυτή. Αλλά και πως για πολλούς, όταν ακούν τις λέξεις point-and-click adventure το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό τους είναι το Monkey Island. Ίσως η αιτία είναι το πόσο βαθιά ριζωμένη είναι σε άλλα τεράστια franchises (Star Wars και πειρατές της Καραϊβικής). Μετά από την τεράστια επιτυχία του Star Wars: A New Hope (episode IV) και τη χρυσή εποχή του Hollywood να πλησιάζει προς το τέλος της, το δαιμόνιο μυαλό του George Lucas αποφάσισε να επεκταθεί σε άλλα είδη διασκέδασης. Έτσι το 1979 δημιουργήθηκε το τμήμα υπολογιστών της LucasFilm, το οποίο αποτελούνταν από 2 τμήματα. Το τμήμα για παιχνίδια ηλεκτρονικών υπολογιστών (LucasFilm Games) και το τμήμα γραφικών (το οποίο αποσπάστηκε το 1982 για να γίνει εν τέλη η Pixar του 1986 με χρηματοδότηση του Steve Jobs). Στο επίκεντρο όμως αυτής της ιστορίας βρίσκεται το τμήμα παιχνιδιών που το 1990 εξελίχθηκε στη θρυλική LucasArts.

Στις υπέρμετρα σημαντικές για τα βιντεοπαιχνίδια δεκαετίες των 80s και 90s μεσουρανούσε το είδος των point-and-click adventures. Κατά τη γνώμη μου ένας από τους κύριους λόγους για την τότε δημοτικότητα του είδους ήταν η δυνατότητα τους να παρουσιάσουν εντυπωσιακές και πλούσιες ιστορίες στο περιορισμένο δυνατοτήτων hardware της εποχής. Πριν από το Mystery House (1980) της On-Line systems (αργότερα Sierra On-Line) τα adventures ήταν βασισμένα σε απλό κείμενο. Συνεπώς, ο τεράστιος ρυθμός εξέλιξης στον τομέα των γραφικών εκείνη τη δεκαετία είχε ως αποτέλεσμα την απογείωση της εμπειρίας των παικτών. Τα “εξελιγμένα” γραφικά και η πλούσια φαντασία δημιουργούσαν στο μυαλό τους καθηλωτικούς για την εποχή κόσμους.

Τα ήρεμα νερά (pun intended) της βασιλείας της Sierra στο χώρο των adventure games ήρθε να ταράξει η LucasArts. Με καπετάνιο τον Ron Gilbert ξεκίνησαν το ταξίδι τους στον ωκεανό τον βιντεοπαιχνιδιών το 1987 με το πρώτο τους point-and-click adventure, το Maniac Mansion. Για να επιταχύνει τη δημιουργία του παιχνιδιού, ο Gilbert προγραμμάτισε τη Script Creation Utility for Maniac Mansion (SCUMM). H SCUMM ήταν κάτι μεταξύ μηχανής γραφικών και γλώσσας προγραμματισμού. Ο Gilbert με τη SCUMM πλέον στη φαρέτρα του, αλλά και την πρόσληψη εξαιρετικών συνεργατών όπως οι Tim Schafer και Dave Grossman είχε ότι χρειαζόταν για να σαλπάρει. Επιτέλους, είχε τη δυνατότητα να αντιτεθεί στους τότε σύγχρονους τίτλους που έδιναν υπερβολική σημασία στο θάνατο του παίκτη. Αντ’ αυτού ήθελε ένα παιχνίδι βασισμένο στην εξερεύνηση και το χιούμορ όπου ο θάνατος του χαρακτήρα θα ήταν σχεδόν αδύνατος. Βαθιά εμπνευσμένος από το ride των πειρατών της Καραϊβικής στην Disneyland αποφάσισε να βασίσει πάνω του την ατμόσφαιρα του παιχνιδιού. Η σύνδεση δεν τελειώνει φυσικά εκεί. – Για την ώρα θα σας πω μόνο ότι χωρίς πειρατές της Καραϊβικής δε θα είχαμε Monkey Island, αλλά και χωρίς Monkey Island δε θα είχαμε πειρατές της Καραϊβικής (περισσότερα παρακάτω) – Το τελικό αποτέλεσμα ήταν φυσικά το the Secret of Monkey Island που πρωτοκυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1990 (δηλαδή όταν ο γράφων δεν ήταν παρά μόνο έλα λίγων μηνών έμβρυο) Ποια ήταν όμως τα στοιχεία που έκαναν το παιχνίδι να ξεχωρίσει; Το μόνο σίγουρο είναι πως παιχνίδι χωρίς βασικό χαρακτήρα δύσκολα γίνεται.

Όπως όλα τα cool πράγματα σε αυτό τον κόσμο, ο πρωταγωνιστής μας δημιουργήθηκε που αλλού. Μα στην Amiga φυσικά! Τα sprites για το παιχνίδι δημιουργήθηκαν με το πρόγραμμα deluxe paint της Amiga και συγκεκριμένα το εργαλείο brush (μέχρι πρόσφατα νόμιζα ότι το brush είναι ξεχωριστό πρόγραμμα, ευχαριστώ για την πληροφορία τον VincentGr). Η ομάδα, μαζί και ο δημιουργός Steve Purcell αναφέρονταν στον χαρακτήρα ως απλά the guy (ο τύπος σε ελεύθερη μετάφραση). Εν συνεχεία, ο Steve αποφάσισε να ονομάσει το αρχείο ως guy.brush (πηγή) για να είναι εμφανές πως είναι ένα αρχείο brush για το deluxe paint  κι αργότερα για το DOS guybrush.bbm (πηγή) λόγω του ορίου κατάληξης στους 3 χαρακτήρες. Με κάποιο μαγικό τρόπο (μάλλον Voodoo) τα άστρα ευθυγραμμίστηκαν και το πρωτότυπο – ιδιαίτερο όνομα Guybrush έκανε τον περίπλου όλου του στούντιο. Το αποτέλεσμα ήταν γέννηση του Guybrush Ulysses Threepwood. Το μεσαίο όνομα του είναι η λατινική μορφή του Οδυσσέα και το επώνυμο επιλέχθηκε με διαγωνισμό από τους χαρακτήρες Galahad Threepwood και Freddie Threepwood του Sir Pelham Grenville Wodehouse (Περισσότερες πληροφορίες σε βίντεο μορφή από τον Πάνο). Ο πρωταγωνιστής και το όνομα του ήταν σίγουρα λοιπόν ένα στοιχείο που έκανε το παιχνίδι να ξεχωρίσει, αλλά δεν ήταν το μόνο.

Στοιχεία της αγέραστης μαγείας του αποτελούν το διαχρονικό pixel art, τα λεπτομερή (για την εποχή) περιβάλλοντα, η μουσική που σε χτυπάει σαν κανόνι αλλά και οι χαρακτήρες καρικατούρες όπως ο ανταγωνιστής LeChuck και ο επιχειρηματίας Stan. Το μυστικό συστατικό όμως πιστεύω πως είναι το αντισυμβατικό χιούμορ. Σε ένα “συμβατικό” παιχνίδι, ο χαρακτήρας μας θα έβρισκε κάποιο θρυλικό σπαθί, ίσως έναν σοφό βετεράνο δάσκαλο ξιφομαχίας (κάτι σαν τον Obi Wan) και αφού θα είχε μαζέψει αρκετούς πόντους εμπειρίας θα κατατρόπωνε τους αντίπαλους πειρατές με τις πλέον υπεράνθρωπες ικανότητες του στη ξιφασκία. Ο Guybrush όμως δεν ακολουθεί τη νόρμα. Μέσα από αυτόν εκφράζεται το όραμα των δημιουργών να πετύχουν τα όνειρα τους με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο. Έχοντας δει λοιπόν πληθώρα ταινιών του Errol Flynn, όπως ο Captain Blood, οι δημιουργοί είχαν την ιδέα να χρησιμοποιεί  ο Guybrush το πιο φθηνό σπαθί που μπόρεσε να βρει και να αντιμετωπίζει τις ξιφομαχίες ως ένα puzzle. Έτσι, κερδίζει τους αντιπάλους του, όχι γιατί έχει το πιο κοφτερό σπαθί, αλλά την πιο κοφτερή γλώσσα, με τις καλύτερες προσβολές. Ικανή να πετσοκόβει τον εσωτερικό κόσμο των αντίπαλων πειρατών. Χωρίς ιδιαίτερα προσόντα (παρά μόνο ότι μπορεί να κρατήσει την αναπνοή του για 10 λεπτά) ο Guybrush κυριολεκτικά ξύπνησε ένα πρωί και αποφάσισε να γίνει ένας τρανός πειρατής. Έτσι από το πουθενά ξεκίνησε το ταξίδι του κα κατέληξε στο SCUMM bar να λέει στους 3 αρχηγούς των πειρατών πως θα βρει το μυστικό του Monkey Island. Άραγε διαφέρει τόσο πολύ αυτό από τα νεαρά όνειρα των περισσότερων από εμάς; Ξεκάθαρα όχι θα έλεγα. Αντίθετα, είναι ίσως η τέλεια αναλογία που κατάφερε να ταξιδέψει τους τότε νεαρούς σε έναν μαγικό κόσμο.

Το δεύτερο παιχνίδι της σειράς κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά και είχε να γεμίσει τουλάχιστον μεγάλα παπούτσια. Δεν είναι λίγες οι φορές που καταφέρνουμε κάποιον σημαντικό στόχο στη ζωή μας (για εμάς τουλάχιστον) αλλά αυτός περνά απαρατήρητος στον περίγυρο μας ή στο ευρύ κοινό. Μετά τον “θρίαμβο” του πρώτου παιχνιδιού ο Guybrush ως επέκταση των δημιουργών και των παικτών έχει τα μάτια του σε έναν μεγαλύτερο στόχο. Θα μπορέσει όμως ο Guybrush να ανταποκριθεί και να επαναλάβει αυτή του την επιτυχία; Νομίζω το κατάφερε με ακόμα εξυπνότερα puzzles και κοφτερό χιούμορ ικανό να κόψει ακόμη και ξύλα και να σε κάνει να γελάς μέχρι να μείνουν μόνο τα κόκκαλα σου (αν δεν έχεις παίξει το παιχνίδι με το δίκιο σου δεν έπιασες το αστείο). Δεν έλειψαν φυσικά οι αναφορές στην pop κουλτούρα και ειδικά το Star Wars αλλά και έναν αναπάντεχο “meta” τέλος που άφησε πολλά στόματα ανοιχτά από την έκπληξη. Τελικά, το Monkey Island 2: LeChuck’s Revenge έμεινε στην ιστορία ως ένα από τα καλύτερα adventures και αν όχι το καλύτερο ως ένα από τα καλύτερα παιχνίδια της σειράς. Όπως και το πρώτο παιχνίδι ήταν μικρή επιτυχία στην Αμερική αλλά άκρως επιτυχημένο σε όλη την Ευρώπη για PC και Amiga.

Δυστυχώς, το 2 ήταν και το τελευταίο παιχνίδι της σειράς στο οποίο δούλεψε ο δημιουργός Ron Gilbert. Τα ηνία για τον τρίτο τίτλο της σειράς ανέλαβαν οι Jonathan Ackley και Larry Ahern (Full Throttle). Το The Curse of Monkey Island  κυκλοφόρησε το 1997. Ήταν και το παιχνίδι χάρις το οποίο γνώρισα τη σειρά. Είναι και μάλλον θα είναι για πάντα το αγαπημένο μου παιχνίδι, καθώς ήταν αυτό που με έκανε να αγαπήσω το μέσο των βιντεοπαιχνιδιών. Δηλώνω ακόμα και σήμερα “ερωτευμένος” με το εξώφυλλο αλλά και το γενικότερο art style του, το οποίο είναι ίσως ότι πιο διαχρονικό και αιώνιο έχει υπάρξει στον τομέα. Με την έλευση των CD-Roms τα γραφικά του παιχνιδιού δεν είναι πλέον pixel art, αλλά είναι cartoon της εποχής με σίγουρη επιρροή από τις πρόσφατες επιτυχίες της Disney όπως το Aladdin, το The Lion King και η Pocahontas. Κάθε χαρακτήρας και φόντο διακρίνεται από τεράστια λεπτομέρεια που θα έκανε μερικά σύγχρονα παιχνίδια να ντρέπονται. Για πρώτη φορά η σειρά αποκτά voice overs και ο Guybrush βρίσκει για πάντα τη φωνή του στο πρόσωπο του Dominic Armato, που τον ενσαρκώνει και σε όλα τα μετέπειτα παιχνίδια. Το γέλιο είναι φυσικά άφθονο από τα πρώτα δευτερόλεπτα του παιχνιδιού αφού ο Guybrush περνά όλα τα εμπόδια με πλάγιο τρόπο και τα voice overs μόνο ενισχύουν την εμπειρία. Ταυτόχρονα, οι δημιουργοί έκαναν μια αξιόλογη προσπάθεια στο να απαντήσουν κάποια από τα ερωτήματα που άφησε το τέλος του 2. Σε μια περιπέτεια με αρχή – σκοπό, μέση και τέλος ο Guybrush αποδεικνύει πως είναι ένας τρανός πειρατής έτοιμος για το επόμενο βήμα στη ζωή του.

Προσωπικά, το τρίτο παιχνίδι, χωρίς καν να το καταλάβω μου δημιούργησε ένα θαυμασμό  για τους πειρατές . Την ίδια εποχή που έπαιξα το παιχνίδι έτυχε να έρθουν στη ζωή μου και άλλοι πειρατές σε animated μορφή όπως ο πειρατής του διαστήματος Captain Harlock, οι πειρατές των σκοτεινών νερών και ένας πειρατής με ψάθινο καπέλο από Ιαπωνία μεριά, του οποίου τις περιπέτειες διαβάζω κάθε εβδομάδα ακόμα και σήμερα. Για άλλους όμως η αγάπη για τους πειρατές ήρθε αργότερα με τις ταινίες των πειρατών της Καραϊβικής και τον καπετάνιο Jack Sparrow. Τι θα απαντούσες άραγε αν σου έλεγα ότι οι πειρατές της Καραϊβικής είναι το Μonkey Ιsland; Φήμες για μια animated ταινία Monkey Island υπήρχαν στο internet για χρόνια, αλλά επιβεβαιώθηκαν το 2011 μετά την κυκλοφορία των Remakes. Δυστυχώς, η ταινία ακυρώθηκε. Ο Steven Spielberg, ο οποίος είχε στενή επαγγελματική σχέση με τον George Lucas θα ήταν υπεύθυνος για αυτή. Ο τίτλος θα ήταν ίδιος με αυτόν του τρίτου παιχνιδιού (The Curse of Monkey Island) αλλά με διαφορετική πλοκή και θα έπαιρνε την ιστορία του Guybrush από την αρχή. Το σενάριο έγραφε ο Ted Elliot. Άγνωστο εκ πρώτης όψης όνομα. Ή μήπως όχι; Ο Ted Elliot έγραψε αργότερα όμως το σενάριο για 4 από τις 5 ταινίες των πειρατών της Καραϊβικής (περίεργη σύμπτωση). Η φήμη είναι πως το σενάριο των 2 πρώτων ταινιών των πειρατών μοιάζει πολύ με το σενάριο της ακυρωμένης ταινίας. Δε θα μάθουμε ποτέ το 100% της αλήθειας, αλλά τρανταχτές ομοιότητες υπάρχουν και κάποτε είχα διαβάσει ένα πολύ καλό άρθρο που ανέλυε πως οι χαρακτήρες των ταινιών σχετίζονται με αυτούς των παιχνιδιών.

Ένας κύκλος έκλεισε με το τρίτο μέρος της σειράς καθώς ήταν το τελευταίο που χρησιμοποίησε τη μηχανή SCUMM. Το τέταρτο κεφάλαιο της σειράς, γνωστό ως Escape From Monkey Island ήρθε το 2000 και έκανε την μετάβαση στα 3D γραφικά με τη χρήση της GrimE engine που δημιούργηθηκε για το Grim Fandango. Στα χέρια μου έφτασε γρήγορα το demo του παιχνιδιού για το οποίο έχω μια πολύ ιδιαίτερη ιστορία που λυπάμαι, αλλά δε θα ήθελα να μοιραστώ εδώ. Τα 3D γραφικά σήμερα είναι άκρως εντυπωσιακά και για πολλούς αναπόσπαστο κομμάτι του σύγχρονου βιντεοπαιχνιδιού. Όμως, για πολλές παλιές σειρές (π.χ. Prince of Persia) η μετάβαση την εποχή εκείνη έγινε τουλάχιστον κουτσά. Ειδικά για περιπτώσεις όπου ο προκάτοχός σου έχει ένα art style σαν αυτό του curse. Αυτό δε σημαίνει πως το παιχνίδι ήταν κακό. Αντίθετα, έλαβε καλές κριτικές χωρίς όμως να πουλήσει αρκετά αντίτυπα και δυστυχώς θα παραμείνει για αρκετούς ως το χειρότερο της σειράς. Ήταν άλλωστε και το κατέβασμα της αυλαίας για τα adventures της Lucas Arts. Η σειρά κατάφερε όμως να επιστρέψει σε επεισοδιακή μορφή (5 επεισόδια) με το πέμπτο της κεφάλαιο. To Tales of Monkey Island κυκλοφόρησε το 2009 από την Telltale Games υπό άδεια της Lucas Arts (RIP Telltale Games). Η Telltale ίσως σας φαίνεται εντελώς τυχαία επιλογή. Όμως ιδρύθηκε από πρώην μέλη της LucasArts ανάμεσα σε αυτά και ο διευθυντής σχεδιασμού της, ο Dave Grossman στον οποίο αναφερθήκαμε στην αρχή της ιστορίας μας. Στα αρχικά στάδια μάλιστα είχαν και την υποστήριξη του Ron Gilbert για το σχεδιασμού του εγχειρήματος και της ιστορίας. Δυστυχώς, το τρίτο βασικό μέλος της ομάδας ο Tim Schafer δε συμμετείχε στο έργο. Σε ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη όλων, η Lucas Arts κυκλοφόρησε και ένα remake του πρώτου παιχνιδιού. Το παιχνίδι είχε βελτιωμένη μουσική, voice overs, αλλά και νέα γραφικά με επιλογή για αδιάλειπτη μετάβαση στα παλιά γραφικά. Έδωσε έτσι τη δυνατότητα στους παίκτες να παίξουν το παλιό παιχνίδι με voice overs. Ένα χρόνο αργότερα (2010) κυκλοφόρησε και αντίστοιχο remake του δεύτερου παιχνιδιού. Δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε νέο κοινό να γνωρίσει τα 2 αυτά διαμάντια. Άκρως εντυπωσιακό ήταν πως το παιχνίδι παρείχε και επιλογή για σχολιασμό από τους 3 αρχικούς δημιουργούς.

Το Review

Με την πάροδο των χρόνων χωρίς νέο παιχνίδι στη σειρά και την εξαγορά της Lucasfilm από τη Disney άρχισε να φαντάζει απίθανο πως θα ξαναδούμε νέο παιχνίδι Monkey Island. Ε σιγά, δεν έγινε και τίποτα. Άλλωστε για μερικούς τα point-and-click adventures είναι κειμήλιο του παρελθόντος που θα πρέπει να κλειδωθεί στο χρονοντούλαπο και να πετάξουμε το κλειδί στη θάλασσα. Διαφωνώ κάθετα με τέτοιες απόψεις. Ευτυχώς, δημιουργοί όπως ο Ron Gilbert έχουν ακόμα το μεράκι να δημιουργήσουν καταπληκτικά παιχνίδια και να διαψεύσουν τέτοιες επικίνδυνες (κατά την ταπεινή μου γνώμη) απόψεις. Παιχνίδια όπως τα Thimbleweed Park, Return of the Obra Dinn, Twelve Minutes και Strangeland (από τους δημιουργούς του Primordia) είναι για εμένα μια ανάσα ανάμεσα στο χαμό από παιχνίδια που μοιάζουν πως βγήκαν από το ίδιο εργοστάσιο.

Για χρόνια, ο βασικός δημιουργός της σειράς Ron Gilbert δήλωνε πως ήθελε αν είναι δυνατόν να αγοράσει τα δικαιώματα της σειράς από τη Disney και να συνεχίσει την ιστορία από εκεί που την άφησε. Με το δικό του πλάνο. Δημιουργώντας έτσι ένα Monkey Island 3Α. Θα μπορούσε όμως να πει κανείς πως κάτι τέτοιο δείχνει ασέβεια στους μετέπειτα δημιουργούς που εργάστηκαν στη σειρά. Ο Gilbert μπορεί να μην κατάφερε να αγοράσει τα δικαιώματα, αλλά μέσω του ιδρυτή της Devolver Digital (Nigel Lowrie) κατάφερε να έρθει σε επαφή με τον John Drake, o οποίος είναι υπεύθυνος για τις αδειοδοτήσεις της Disney. Αμέσως ο Gilbert προσέγγισε το συνδημιουργό Dave Grossman για να ενισχύσει την προσπάθεια του στούντιο του (Terrible Toybox). Δυστυχώς, ο Tim Schafer ασχολείται με το δικό του στούντιο, τη Double Fine και δε συμμετείχε στη νέα αυτή προσπάθεια. Μετά από συναντήσεις τον Ιανουάριο του 2020 το όνειρο έγινε επιτέλους πραγματικότητα και η Disney έδωσε τη δημιουργική ελευθερία να φτιάξουν το παιχνίδι που ήθελαν. Το παιχνίδι ανακοινώθηκε από τον Gilbert στο blog του, την πρωταπριλιά του 2022,  προς έκπληξη της βιομηχανίας. Τελικά στις 4 Απριλίου έγινε επίσημη ανακοίνωση με βίντεο στο YouTube από τη Devolver Digital. Έτσι, στις 19/9/2022 έφτασε επιτέλους στα χέρια μου το έκτο κεφάλαιο της σειράς Monkey Island με τίτλο Return to Monkey Island.

Η αλήθεια είναι πως παρόλο που το έκανα προπαραγγελία, κράτησα μικρό καλάθι για το παιχνίδι. 12 ολόκληρα χρόνια πέρασαν από το τελευταίο παιχνίδι και ίσως η μαγεία χάθηκε… Ευτυχώς όμως με εξέπληξε ευχάριστα! Κάποιοι έλεγαν πως το παιχνίδι θα είναι το Monkey Island 3A. Στο trailer όμως, είχαμε δει το δαιμονικό κρανίο Murray από το τρίτο παιχνίδι. Τι συμβαίνει τελικά; Με μερικές αριστοτεχνικές ντρίπλες που θα ζήλευέ και ο Ροναλντίνιο στα νιάτα του, το παιχνίδι καταφέρνει να μην ακυρώσει την ιστορία των προηγούμενων παιχνιδιών και ταυτόχρονα να συνεχίσει από το κενό που δημιούργησε το τέλος του δεύτερου παιχνιδιού. Το γεγονός αυτό μας ξεκαθαρίζεται με την προσθήκη ενός άλμπουμ, το οποίο μπορούμε να ξεφυλλίσουμε. Κάνοντας κλικ στις διάφορες εικόνας ο Guybrush μας εξιστορεί σύντομα το αντίστοιχο κομμάτι της περιπέτειας του.

Ξεκινώντας το παιχνίδι ερχόμαστε κατευθείαν σε επαφή με το νέο art style του τίτλου (το οποίο φυσικά δεν παρέλειψε να σχολιάσει με αστειάκι το ίδιο το παιχνίδι σπάζοντας τον τέταρτο τοίχο). Τα Monkey Island κατάφερναν να είναι παιχνίδια για μεγάλους και παιδιά, ειδικά για παιδιά. Χαρακτηρίζονταν όμως, από μια ιδιαίτερη διαφορά. Σέβονταν και δεν υποτιμούσαν το παιδικό κοινό, δείχνοντας του έτσι το σεβασμό που του αξίζει. Εκ πρώτης όψης, το νέο art style ίσως σας φανεί παιδικό ή απλά περίεργο. Σίγουρα θα έλεγα πως έχει στοιχεία καρτούν της εποχής. Όμως δεν έχω τις κατάλληλες γνώσεις για να το αναλύσω σε βάθος και θα παραθέσω την ταπεινή άποψη μου ως κοινός θνητός. Είναι αρκετά αφηρημένο και διακρίνεται από πολλές ευθείες και χοντροκομμένο σχέδιο (το οποίο ταιριάζει γάντι στους πειρατές). Τα χρώματα είναι έντονα και χρησιμοποιούν “χοντροκομμένες” εναλλαγές, χωρίς όμως πολλές αποχρώσεις όταν πρόκειται για τους χαρακτήρες (όχι πάντα βέβαια). Αυτό σίγουρα δημιουργεί ασυναίσθητα μια ρετρό ατμόσφαιρα. Η φιλοσοφία είναι μάλλον ανάποδή από αυτή του Curse (Monkey Island 3) καθώς την υπερβολική λεπτομέρεια αντικαθιστά η έλλειψη αυτής. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα στους δημιουργούς να σπάσουν τους παραδοσιακούς νόμους της γεωμετρίας και το αποτέλεσμα είναι αξιοσημείωτο. Ιδιαίτερη φροντίδα έχει δοθεί στο να διαφέρουν τα χρώματα των σημαντικών χαρακτήρων που βρίσκονται ταυτόχρονα στην οθόνη ώστε να ενισχύει τις διάφορες αντιθέσεις μεταξύ τους και τη διαφορετικότητα τους (π.χ. την αντιπαλότητα μεταξύ του Guybrush και του LeChuck). Αντίθετα, περισσότερες αποχρώσεις χρησιμοποιούνται στα φόντα, με τις αποχρώσεις του μπλε, του μωβ και του πράσινου να κυριαρχούν. Τέλος, η κίνηση των χαρακτήρων μου έκανε θετική εντύπωση και θα έλεγα πως μου θύμισε μαριονέτες (με την καλή έννοια).

Μετά την πρώτη αποκάλυψη του παιχνιδιού, ένα πολύ μικρό κομμάτι του κοινού εξέφρασε τη δυσαρέσκεια του για το art style με καθόλου κόσμιο τρόπο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να κλείσει ο Gilbert τα σχόλια στο blog του και να σταματήσει να μιλά για το παιχνίδι μέχρι την κυκλοφορία του (πηγή). Έχοντας παίξει πλέον το παιχνίδι δηλώνω πως αυτές οι αντιδράσεις ήταν πέρα για πέρα λάθος. Όποιος δώσει λίγο χρόνο στο παιχνίδι είμαι σίγουρος πως θα συνηθίσει το art style πολύ γρήγορα και σε αρκετό κόσμο θα αρέσει πολύ. Σίγουρα προτιμώ το art style των 3 πρώτων παιχνιδιών. Με την ομορφιά του 3 να ξεχωρίζει. Όμως δεν βρίσκω και κάτι που να με αποτρέπει στη νέα αυτή προσέγγιση. Οι δημιουργοί ήθελαν να είναι τελείως διαφορετικό, ώστε να ξεκαθαρίσουν ότι έχουν περάσει 31 χρόνια από το πρώτο παιχνίδι και για το λόγο αυτό απέφυγαν τελικά το να χρησιμοποιήσουν pixel art. Ως art director επέλεξαν τελικά τον Rex Crowle. Ο λόγος ήταν πως ο Gilbert θυμήθηκε μια ιδιαίτερη ζωγραφιά του Guybrush που του είχε στείλει ο Rex το 2007. Προς μεγάλη τους έκπληξη ο Rex ήταν σχεδιαστής στο LittleBigPlanet και ο art director του Knights and Bikes της Double Fine (είχε δεν είχε πετάχτηκε τελικά και ο Tim Schafer). Το art style του τελευταίου ίσως σας φανεί πολύ γνώριμο μετά το Return to Monkey Island. – Αν δεν έχετε ακούσει ποτέ για το Knights and Bikes, δώστε του μια ευκαιρία, πρόκειται για περίπτωση κρυμμένου διαμαντιού. – Το art style λοιπόν, δεν είναι pixel art, αλλά κάτι καινούριο για τη σειρά. Ο χρόνος μόνο θα δείξει αν θα καταφέρει να παραμείνει αγέραστο όπως αυτό του 3 (μάλλον όχι).

Η μουσική και ο ήχος του παιχνιδιού είναι κορυφαία! Συνθέτες που είχαν δουλέψει στο παρελθόν για τη σειρά (Michael Land, Peter McConnell, and Clint Bajakian) επιστρέφουν και δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό. Η εμπειρία τους με τη σειρά φαίνεται ξεκάθαρα και το αποτέλεσμα είναι ο παίκτης να τραγουδά τις περισσότερες ώρες γνωστές μελωδίες της σειράς. Ο Dominic Armato παρόλο που έχει αφήσει χρόνια τη βιομηχανία επιστρέφει θριαμβευτικά στο ρόλο του Guybrush Threepwood. H Alexandra Boyd και ο Denny Delk επιστρέφουν επίσης και δανείζουν για άλλη μια φορά τη φωνή τους στην Elaine και το Murray το δαιμόνιο ομιλών κρανίο. Την επιστροφή της κάνει και η αξεπέραστη βετεράνος της σειράς Leilani Jones σε διπλό ρόλο. Αυτούς της Voodoo Lady και της Carla. Δυστυχώς, την επιστροφή του δεν κάνει ο Earl Boen για να δανείσει τη φωνή του στο LeChuck καθώς αποσύρθηκε από τη βιομηχανία το 2017. Τον αντικατέστησε όμως αξιόλογα ο Jess Harnell. Τέλος, το μεγαλύτερο παράπονο μου είναι η φωνή του Stan. Αντί για την τέλεια για το ρόλο φωνή του Pat Pinney ακούμε την κατώτερη (κατά τη γνώμη μου) εκτέλεση του Gavin Hammon (Tales of Monkey Island).

Το παιχνίδι διαθέτει 2 επιλογές δυσκολίας. Το casual mode και το “Hard” mode. Για τις ανάγκες του review έπαιξα το παιχνίδι και στις 2 δυσκολίες (ΨΕΥΤΗ! Δικαιολογία έψαχνες για να το ξαναπαίξεις στο καπάκι.). Πρώτα έπαιξα το casual mode, γιατί αν χρησιμοποιούσα την αντίθετη σειρά η εμπειρία μου θα ήταν λιγότερο απολαυστική. Τι διαφορά έχουν λοιπόν οι 2 επιλογές δυσκολίας; Το casual mode απευθύνεται είτε σε νεοφερμένους στη σειρά, είτε σε παιδιά. Ο σκοπός είναι να απολαύσουν την ιστορία και να καταφέρουν να τερματίσουν το παιχνίδι χωρίς να κολλήσουν για αιώνες σε ένα puzzle. Κάτι παρόμοιο είχαν επιχειρήσει οι δημιουργοί και στο Thimbleweed Park αλλά εκεί ήταν ξεκάθαρο πως κάτι λείπει και κάποια πράγματα φαίνονταν λες και συνέβησαν μαγικά. Εδώ η υλοποίηση είναι πολύ καλύτερη. Λείπουν δυο, τρία από το σύνολο των puzzles. Άλλα έχουν απλουστευτεί και σε μερικά έχουν κοπεί ένα με δύο από τα βήματα που χρειάζονται για να φτάσουμε στην λύση. Δεν υπάρχει πάντως κάποιο αισθητό κενό. Το “hard” mode, μόνο hard mode δε θα το χαρακτήριζα. Το παιχνίδι έχει έξυπνα και χιουμοριστικά puzzles που βγάζουν νόημα και είναι στο πνεύμα της σειράς. Κάποια puzzles θυμίζουν περιστατικά και puzzles από τα 3 πρώτα παιχνίδια. Μάλιστα υπάρχει ένα puzzle αφιερωμένο στην προστασία αντιγραφής του πρώτου παιχνιδιού. Ναι, ένα παιχνίδι με θέμα τους πειρατές είχε προστασία κατά των πειρατών. Για να παίξεις το πρώτο παιχνίδι έπρεπε να ευθυγραμμίσεις 2 περιστρεφόμενους δίσκους ώστε να σχηματίσεις το πρόσωπο που έβλεπες στην οθόνη σου και να πληκτρολογήσεις τη χρονολογία που πρόκυπτε (βίντεο). Σε καμία περίπτωση όμως δεν τους ταιριάζει ο χαρακτηρισμός hard. Η συντριπτική τους πλειοψηφία είναι αρκετά βατή, ειδικά στο πρώτο μέρος του παιχνιδιού. Δεν μπορώ για να κανένα λόγο να το φανταστώ να ανήκει στο πάνθεο των δύσκολων adventures. Στην αρχή του παιχνιδιού οι διαφορές είναι απειροελάχιστες αλλά πληθαίνουν στο τελευταίο μέρος του παιχνιδιού. Χρειάστηκα λιγότερο από 10 ώρες για να τερματίσω το casual mode (στο χρόνο αυτό συνυπολογίζω και το χρόνο που διέθεσα για να δοκιμάσω κάτι που θα κόψει την ανάσα στους βετεράνους της σειράς). Σε άλλες 8 ώρες τελείωσα και το δεύτερο playthrough στο Hard mode.

Για όσους φοβούνται ότι θα κολλήσουν και αυτό θα χαλάσει την εμπειρία τους, το παιχνίδι διαθέτει ένα πολύ προσεγμένο σύστημα από hints. Είναι πολύ πιθανό ότι κάπου θα κολλήσει κανείς και αρκετοί θα σπεύσουν στην αναζήτηση βοήθειας από το διαδίκτυο. Αυτός λοιπόν είναι ένας καταπληκτικός τρόπος για να καταστρέψεις την εμπειρία σου! Για να περιορίσουν αυτό το φαινόμενο οι δημιουργοί ενσωμάτωσαν στο παιχνίδι το προαναφερθέν σύστημα . Το βιβλίο των hints δε σου δίνει ωμά τη λύση. Αντίθετα, στη δίνει σταδιακά κομμάτι – κομμάτι. Στην αρχή σου λέει απλά αυτό που θες να καταφέρεις. Μετά σου δίνει μια μικρή καθοδήγηση και πάει λέγοντας. Ίσως έχεις κάνει μερικά βήματα και απλά σου λείπει ένα τελευταίο. Ή ίσως έχεις βρει όντως τη λύση και κάτι κλίκαρες περίεργα με αποτέλεσμα να νομίζεις ότι δε δουλεύει. Το δεύτερο έτυχε σε εμένα και αφού έκανα 10 σβούρες με έσωσε κυριολεκτικά γιατί κατάλαβα ότι κάπου τα έκανα θάλασσα στο κλικάρισμα. Επίσης, σε κάθε σημείο του ταξιδιού μας ο Guybrush κρατάει και μια λίστα με TΟ-DΟs που μας βοηθάει να οργανώσουμε τη σκέψη μας για το τι πρέπει να καταφέρουμε αλλά και στο να θυμηθούμε εύκολα που αφήσαμε το παιχνίδι, αν για κάποιο λόγο κάναμε ένα διάλλειμα αρκετών ημερών. Τέλος, για τη διευκόλυνση της μετακίνησης στο χάρτη, ο παίκτης μπορεί να κάνει διπλό αντί για μονό κλικ και ο Guybrush θα κινηθεί πολύ πιο γρήγορα. Αυτό κάνει πολύ πιο ευχάριστα τα μπρος πίσω στο χάρτη όταν ψάχνεις τη λύση για κάποιο puzzle.

Το χαρακτηριστικό χιούμορ της σειράς είναι φυσικά παρών και προσφέρει άπειρο γέλιο. Τα δεδομένα στο χώρο των βιντεοπαιχνιδιών έχουν αλλάξει τρομακτικά από το πρώτο Monkey Island και τα στραβάδια της βιομηχανίας όπως τα DLCs και αχρείαστα pre-orders bonuses δεν υπήρχε καμία περίπτωση να ξεφύγουν από το σκόπευτρο των δημιουργών. Είχαν λοιπόν την πανέξυπνη ιδέα να δώσουν σε όσους κάνουν προπαραγγελία το παιχνίδι ένα μπόνους αντικείμενο με όνομα Horse Armor. Φυσικά το αντικείμενο αυτό είναι άχρηστο και δεν κάνει τίποτα. Είναι μια καυστική αναφορά στο DLC για το The Elder Scrolls IV: Oblivion, το οποίο παρείχε μια κοσμητική φορεσιά για το άλογο μας. Διάφοροι ανίδεοι έτρεξαν στα social media να διατυμπανίσουν ότι δεν έχουν βρει τι κάνει το Horse Armor, περιμένοντας όπως έχουν καλομάθει να τους δώσει κάποιος την απάντηση στο πιάτο. Απλά τους ευχαριστούμε για το γέλιο που μας χάρισαν και τους στέλνουμε την αγάπη μας! Άπειρα τα easter eggs και πολλοί αγαπημένοι χαρακτήρες κάνουν την εμφάνιση τους. Το παιχνίδι δεν μακρηγορεί, ώστε να μη βαρεθούν οι νεοφερμένοι και παραμένει σε μερικές αναμνήσεις του τύπου θυμάσαι τότε που ή μερικά inside jokes. Η συζήτηση επιστρέφει γρήγορα στο ψητό και δε θα σε κάνει ποτέ να νιώσεις ότι χρησιμοποιεί τη νοσταλγία για χάρη της νοσταλγίας. Η γραφή σε κάθε συζήτηση είναι σύντομη και εύστοχη, με την κατάληξη να βγάζει νόημα. Θα ήθελα όμως ακόμα περισσότερες επιλογές για διαλόγους. Υπάρχει όμως κάτι που μου έλειψε περισσότερο. Το αγαπημένο μου στοιχείο στα Monkey Island. Η ξιφομαχία με προσβολές. Υπάρχει σε έναν μικρό βαθμό, αλλά πραγματικά θα ήθελα να αφιερωθεί μεγαλύτερο κομμάτι του παιχνιδιού σε αυτήν. Το τέλος πιστεύω θα διχάσει. Άλλοι θα το αγαπήσουν, άλλοι θα το μισήσουν κι άλλοι απλά θα στεναχωρηθούν. Σωστό και λάθος σε αυτά δεν υπάρχει. Όλα είναι καθαρά υποκειμενικά…

Το παιχνίδι έχει ελάχιστες απαιτήσεις και ακόμα και σε ένα gaming laptop δεκαετίας τρέχει ακατέβατα 60 καρέ στις υψηλότερες ρυθμίσεις γραφικών. Για την ώρα είναι διαθέσιμο σε PC και σε Nintendo Switch. Με μεγάλη πιθανότητα θα κυκλοφορήσει μελλοντικά και σε άλλες πλατφόρμες. Στο Steam κοστίζει μόλις 23 ευρώ, με την έκδοση του switch να είναι λίγο ακριβότερη (λόγω του φόρου που έχουν τα κασετάκια του switch).

Τελειώνοντας θα ήθελα να σου ευχηθώ να μη διστάσεις να σαλπάρεις στο ταξίδι σου. Παιχνίδια όπως το Return to Monkey Island αξίζουν και θα αξίζουν το χρόνο και την προσοχή σου. Σε εκλιπαρώ, όταν τελειώσεις το παιχνίδι και φτάσεις στον προορισμό σου, να διαβάσεις οπωσδήποτε το γράμμα! Κι αν το κάνεις αυτό, μάλλον ένα δάκρυ θα κυλήσει. Δώσε του τότε μια δεύτερη ευκαιρία και επέστρεψε σε αυτό το άρθρο. Θα καταλάβεις.

Ελπίζω να περάσατε καλά κι αν όχι, τι να κάνουμε, δυστυχώς I write like a cow…

Βαθμός: 8.5 για αυτούς που θα ξινίσουν με το τέλος.

   9 για αυτούς που θα τους αρέσει το τέλος.

 

Και μια δεύτερη γνώμη από τον Panos Retropolis.

Είχα σκοπό να γράψω και εγώ ένα mini review αλλά με κάλυψε απόλυτα ο Ραφαήλ, οπότε θα αρκεστώ σε μερικές προτάσεις που σημείωσα σε ένα χαρτί όταν έπαιζα το παιχνίδι.

Δεν θυμάμαι άλλη φορά να χτυπάει έτσι η καρδιά μου πριν πατήσω το start σε κάποιο παιχνίδι.

Κοίτα να δεις που αρχίζω να λατρεύω το νέο σχεδιασμό και αυτά τα χρώματα.

Εκπληκτική μουσική ως συνήθως.

Δεν περίμενα ότι θα σεβαστεί τόσο πολύ τα παιχνίδια που κυκλοφόρησαν μετά το 2o της σειράς.

Χμ η δυσκολία στο hard επίπεδο είναι λίγο πάνω από το 1ο παιχνίδι χωρίς να φτάνει τα επίπεδα του 2ου. Προσιτό για νέους παίκτες.

Ώπα ! Και οικολογικό μήνυμα στο παιχνίδι.

Ωραία προσθήκη η συλλογή καρτών με ερωτήσεις εντός του παιχνιδιού. Για τους παλιούς παίκτες αυτό.

Αυτό ήταν; Πάει τελείωσε; Πωωωωω ρε φίλε! Ώπα κάτσε τι γίνεται αν μπω εκεί;

………………………………………………………………………………………………………………………

Μία ακόμη γνώμη από τον Niotheripper Ioakeimidis

η άποψη μου μέσω ενός review για το Return to Monkey Island αποφευγοντας τεχνικα θέματα γιατί ήδη με έχουν καλύψει φίλοι εδώ και στο site, όπως μου βγήκε αυθόρμητα τερματίζοντας το.
ο αέναος κύκλος της Περιπέτειας και η κρυφή γοητεία του [Secret]- Return to Monkey Island
Η επιστροφή στο Monkey Island είναι η επιστροφή σε γνώριμα μέρη και η παρατήρηση πώς αυτών έχουν αλλάξει. Συμβαίνει και σήμερα. Κρατήστε το αυτό και θα γίνω κατανοητός. Δεν διανοείται λοιπόν να παίξει κάποιος αυτό το παιχνίδι χωρίς να έχει δει τουλάχιστον τα πρώτα δύο Monkey Island και τη συναρπαστική περιπέτεια του Guybrush Threepwood σε αυτά στην προσπάθεια του να γίνει ένας φοβερός πειρατής, συναντώντας πληθώρα φανταστικών χαρακτήρων και χαραγμένων στη μνήμη τοποθεσιών αλλά και γεγονότων που συνέβησαν εκεί. Όσοι δεν το έχουν πράξει ακόμα πρέπει τώρα να το κάνουν μιας και τα δύο πρώτα παιχνίδια έχουν κυκλοφορήσει στις Remastered εκδοχές τους και καλό είναι να μην συνεχίσουν αυτό το review λόγω κάποιων SPOILERS…..! Το παιχνίδι λοιπόν ξεκινά από το σημείο ακριβώς που τελείωσε το Monkey Island 2, δηλαδή στο αινιγματικό Λούνα Πάρκ, και αινιγματικό γιατί το τελείωμα του παιχνιδιού είχε αφήσει πολλά αναπάντητα ερωτήματα για πολλούς, καθιστώντας το ένα από τα μεγαλύτερα cliffhanger στην ιστορία των video games. Δυστυχώς ο δημιουργός του παιχνιδιού Ron Gilbert αποχώρησε από την LucasArts το μακρινό 1992 και έτσι η σειρά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ με τον τρόπο που θα επιθυμούσε.
Τελειώνοντας το Monkey Island 2 και εξολοθρεύοντας ο ήρωας μας για μια ακόμη φορά τον πειρατή φάντασμα Le Chuck μέσω της Voodoo Doll, λίγο πριν πεθάνει ο Le Chuck ζητά από τον Guybrush να πλησιάσει κοντά ώστε να βγάλει την μάσκα του και να αποκαλύψει ποιος πραγματικά είναι. Βγάζοντας λοιπόν την μάσκα, αυτός ο πειρατής-Ζόμπι αποκαλύπτεται ότι είναι ο Chuckie, ο μεγαλύτερος και «αποκρουστικός λίγο» αδερφός του Guybrush Threepwood. Μετά από λίγο, εμφανίζεται ένας μυστηριώδης εργάτης που αναφέρει στα δύο αδέρφια ότι δεν έπρεπε να βρίσκονται εκεί. Βγαίνοντας λοιπόν τα δύο αδέρφια από ένα τούνελ, επαν-εμφανίζονται στην παιδική τους ηλικία στο χώρο ενός Λουνα Πάρκ όπου και συναντούν τους γονείς τους οι οποίοι φαίνεται να είχαν στείλει τον Chuckie να βρει τον Guybrush που είχε χαθεί. Και ξαφνικά ενώ η χαρούμενη οικογένεια αποχωρεί από τον χώρο, ο Chuckie/LeChuck στρέφεται στην κάμερα και με κόκκινo λαμπερό μάτι, ακτινοβολώντας ηλεκτρισμό σε όλο του το σώμα μας αφήνει να εννοηθεί ότι κάποιου είδους dark magic διακατέχει το μικρό αυτό παιδί. Το Return λοιπόν ξεκινά σε αυτό το Λουνα Πάρκ όπου ο γιός αυτή τη φορά του Guybrush και της Elaine , ο Boybrush παίζει με τον φίλο του Chuckie, προσπαθώντας να «ενσαρκώσουν» με κάποιο τρόπο τις περιπέτειες του πατέρα του, τον οποίο και βρίσκει λίγο αργότερα και τον πείθει να του διηγηθεί πως βρήκε το Μυστικό του Monkey Island και έτσι η περιπέτεια ξεκινά.
Το παιχνίδι θέτει ζητήματα για την νοσταλγία. Είναι μια επιστροφή σε γνώριμα μέρη που όμως έχουν αλλάξει. Μια κοινωνία που έχει μετασχηματιστεί σε κάτι ταυτόχρονα τόσο αναγνωρίσιμο αλλά και μη οικείο την ίδια στιγμή. Μαζί με τον ήρωα μας, ενώ κατεβαίνουμε τον λόφο από το γνωστό παρατηρητήριο όπως στο ξεκίνημα του Monkey Island 1 νιώθουμε ένα σοκ το πώς αυτά τα γνωστά σημεία έχουν αποτυπωθεί με τον νέο art style του παιχνιδιού. Είναι όντως τα ίδια μέρη, αλλά και δεν είναι. Μπαίνοντας στο Scumm Bar και πηγαίνοντας να μιλήσουμε στους Pirate Leaders, αντί να συναντήσουμε τους στερεοτυπικούς παλιούς χαρακτήρες βλέπουμε ότι αυτοί έχουν αντικατασταθεί από άγριους, γεμάτο μεικ απ και με πολύ γκράφιτι παρουσιαστικό. Είναι το ίδιο αλλά και δεν είναι. Ταυτόχρονα ακούγεται μια παραλλαγή του παλιού πειρατικού κομματιού σε ελαφρύ Heavy Metal αυτή τη φορά από τους ίδιους συνθέτες του τότε. Εκπληκτική ενορχήστρωση! Τα πάντα που συναντάς έχουν μια αίσθηση αλλαγής, αντικατάστασης, σαν ο κόσμος μετακινήθηκε λίγο χωρίς αυτούς, τους «παλιούς», αλλά παντού υπάρχει διάχυτη η αίσθηση ότι θα βρούμε την χαρά μιας νέας περιπέτειας κοιτώντας μπροστά και όχι μόνο πίσω. Όπως και στη σημερινή δική μας πραγματικότητα. Και όντως αυτή η περιπέτεια κοιτά και πίσω αλλά και μπροστά, βρίσκει νέα εφευρετικά λογοπαίγνια, άλλα χιουμοριστικά σκηνικά, πραγματικά κλικάρετε όπου μπορείτε και μην βιάζεστε να τελειώσετε το παιχνίδι (ακόμα γελάω διαβάζοντας με μια επιγραφή στο upper deck του πλοίου του LeChuck όπου ενημερώνουν/απειλούν Keelhauling!!!!! «ότι τάισαν άσχημα μία κότα φάντασμα και έχει διάρροια. Πριν ανέβω και δω την επιγραφή για να γελάσω, με είχαν πετάξει στο συγκεκριμένο δωμάτιο για να σφουγγαρίζω τη γλίτσα και έπρεπε να βρω ταυτόχρονα έναν τρόπο διαφυγής, στην επίλυση του οποίου θα χρησιμοποιούσες τη γλίτσα αυτή. Στο ίδιο δωμάτιο υπήρχε αυτή η κότα που είχε διάρροια καθώς και μια άλλη που είχε και ένα αυγό μέσα της (ήταν φαντάσματα όποτε έβλεπες και το αυγό) και ο ήρωας δεν πλησίαζε για ευνόητους λόγους). Το user interface έχει αλλάξει προς την ευκολότερη διαχείριση και γρηγορότερη εξέλιξη της ιστορίας αλλά όχι εις βάρος των γρίφων οι οποίοι έχουν μια λογική συνυφασμένη με την εξέλιξη της δράσης αυτής.
Το Return χρησιμοποιεί τέλεια ενσωματωμένα και άλλα χαρακτηριστικά της δικής μας πραγματικότητας, όπως η προσπάθεια της Elaine να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της κοινής πειρατικής ασθένειας του «σκορβούτου» μέσω ενός νησιού γεμάτο μοσχολέμονα που όμως ενώ είναι επιστημονικά αποδεκτά ότι θα λύσουν το πρόβλημα, κανείς δε φαίνεται να θέλει να τα δοκιμάσει. Εκεί υπάρχει μια εξαιρετική συζήτηση για το marketing, o Stan θεός στο Part IV, αλλά και μία σύγκρουση με κάποιους πειρατές που είναι τυλιγμένοι σε αλουμινόχαρτο και φορούν καπέλα (χαχα).
Το Return όμως, όπως και τα παλιά, είναι πέραν των γέλιων ένα βαθιά συναισθηματικό ταξίδι που έχει επίδραση στο χρόνο και στον χώρο. Τελειώνοντας το παιχνίδι αναφώνησα αριστούργημα για όλους τους παραπάνω λόγους, για το ότι οι περιπέτειες του Guybrush ήταν και είναι όλες αληθινές, συνέβησαν, ότι στην πορεία αυτών των περιπετειών ο Stan έστησε θεματικά πάρκα διασκέδασης και περάσαμε όλοι καλά, ότι η Elaine παρακινεί στο τέλος τον αγαπημένο της να βγουν στο κυνήγι ενός άλλου θησαυρού, ότι ο Guybrush αλλά και τα παιδιά του επιθυμούν να πηγαίνουν σε αυτά τα θεματικά πάρκα για να ξαναζήσουν τις παλιές στιγμές, ξαναδιηγώντας τες, και δίνοντας την ευκαιρία της επιλογής στο παιδί να ανακαλύψει και να επιλέξει το {Secret} μόνος του, όπως επίσης και η σύνδεση όλων αυτών με το δεύτερου παιχνίδι της σειράς όπου τα παιδιά προσπαθούσαν να υποδυθούν τον ρόλο του, ήταν ονειρική σκηνή, ήταν κάτι άλλο, δεν έχει σημασία, τα παιδιά φέραν έτσι και αλλιώς την εικόνα των «γονιών» όταν προσπαθούσαν να υποδυθούν μια νέα περιπέτεια, όπως και αυτή της ζωής.